Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2008

ΒΟΥΛΑ ΠΑΠΑ-ΙΩΑΝΝΟΥ Η ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΘΑΛΑΜΟΥ


















ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΡΙ-ΚΛΑΙΡ
Μια σπουδαία φωτογράφος που κατέγραψε με το φακό της τους ανθρώπους της Κατοχής και της μεταπολεμικής Ελλάδας , δημιουργώντας ένα πολύ σημαντικό ντοκουμέντο.
ΑΠΟ ΤΗ ΛΟΥΚΙΑ ΛΥΚΙΔΗ

Μια ηλικιωμένη μητέρα αποχαιρετά το γιο της που φεύγει για το μέτωπο, Ένα αποστεωμένο αγόρι κοιτά με άδεια μάτια το φακό, Μια λιπόσαρκη γυ­ναίκα θηλάζει το βρέφος της. Ένας σωρός πτω­μάτων κείτεται σε μια αποθήκη. Ένα ξανθό κορι­τσάκι κρατά στα χέρια του τα λιωμένα παπούτσια του καθώς κοιτά με βουλιμία το καινούργιο του ζευγάρι. Οι Αθηναίοι ξε­χύνονται στους δρόμους γιορτάζοντας την Απελευθέρωση. Ευδιάθε­τες αγρότισσες ξεφουρνίζουντο ψωμί. Ένα τσούρμο μπόμπιρες μοι­ράζονται όλο λαχτάρα ένα και μοναδικό κόμικ. Στον υπολογιστή μου κάθε κλικ στο ποντίκι αντιστοιχεί και σε ένα κλικ της φωτογραφικής μηχανής της Βούλας Παπαϊωάννου, της πιο σημα­ντικής "άγνωστης" της ελληνικής φωτογραφίας. Μια κίνηση στο πλη­κτρολόγιο και όλη η νεότερη ελληνική ιστορία περνά μπροστά μου. Η κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι άντρες που παρουσιάζονται για να πάνε στο μέτωπο, τα πεινασμένα παιδιά, τα κάρα με τα πτώματα, τα βρεφοκομεία, οι νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού, οι τραυματίες, η Απελευθέρωση, η ελληνική ύπαιθρος και οι άνθρωποι της που προ­σπαθούν να ανασυγκροτηθούν μετά τον πόλεμο. Η φωτογραφική ματιά της Βούλας Παπαϊωάννου είναι εντυπωσιακή. Το κάδρο της άψογο. Τα πλάνα της απολύτως λιτά. Τα θέματα της μι­λούν πάντα από μόνα τους. Ειδικά όταν πρόκειται για τα πεινασμένα παι­διά της Κατοχής. Οι φωτογραφίες αυτές έγιναν η αφορμή να σπάσει το εμπάργκο και να φτάσουν τρόφιμα στην Αθήνα που λιμοκτονούσε. Τις τράβηξε με κίνδυνο της ζωής της. Οι κατακτητές είχαν απαγορεύσει κά­θε είδους φωτογράφιση της πόλης. Οι φωτογραφικές μηχανές απα­γορεύονταν, τα φιλμ ήτανδυσεύρετα και όποιος συλλαμβανόταν να φω­τογραφίζει οδηγούνταν στο απόσπασμα.
Ερυθρός Σταυρός-Μαύρο βιβλίο Η Παπαϊωάννου φυλάει ως κόρη οφθαλμού τη μηχανή της και προ-σπαθείνα βρει φιλμ σε μαγαζιά που έχουν στοκ. Πολλές φορές τα φιλμ που αγοράζει είναι ελαττωματικά, αφού όσοι τα πουλούν κάνουν σα­μποτάζ και τα αφήνουν επίτηδες να πάρουν φως. Στην εμφάνιση όλα βγαίνουν λευκά. 'Εχει καταλάβει πως ζει κοσμογονικά γεγονότα και πως οι φωτογραφίες της μπορούν να γίνουνο δικός της τρόπος αντίστασης. Πολύτιμη βοήθεια και κάλυψη στο δύσκολο και επικίνδυνο έργο της της προσφέρει η Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, που έχει φτάσει στην Αθή­να για να ελέγξει την κατάσταση διαβίωσης του πληθυσμού. Οι "Ελβε­τοί" όπως τους αποκαλεί η ίδια. Μαζί τους μπαίνει στα νοσοκομεία και φωτογραφίζει τα σκελετωμένα παιδιά. Με τις φωτογραφίες των παιδιών της πείνας φτιάχνει ένα λεύκωμα που το ονομάζει Μαύρο Βιβλίο, Την εποχή εκείνη οι φωτογράφοι δεν ανέθεταν σε εκδοτικούς οίκους τα λευκώματα τους αλλά τα έφτιαχναν οι ίδιοι. Όταν το επιμελείται, μένει σε μια πολυκατοικία στην Πατριάρχου Ιωακείμ. Το από πάνω διαμέρισμα το έχουνεπιτάξει οι Γερμανοί και κα­θώς δουλεύει ακούει τα βήματα τους πάνω από το κεφάλι της. Συ­γκλονιστικές είναι και οι φωτογραφίες που τράβηξε σε μια αποθήκη στον Πειραιά, όπου συγκεντρώνονταν τα πτώματα απότους δρόμους. Η Πα­παϊωάννου κατάφερε να τρυπώσει σε αυτό το φρικτό σκηνικό και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι και στη δυσωδία να στήσει το τρίποδο της. «Πώς το έκανα αυτό το πράγμα ακόμα δεν μπορώ να το εξηγήσω», θα πει. Τσάι και διανόηση Πώς αυτό το κορίτσι της αστικής και καλοβαλμένης οικογένειας από τη Λαμία, με την κλασική παιδεία, τις καλόγριες και τα γαλλικά, θέλησε να εγκαταλείψει την άνεση και την ασφάλεια του σπιτιού του και να κάνει αντίσταση με τη φωτογραφική μηχανή του θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή του; Είχε ζητήσει μάλιστα να συμμετάσχει στην αποστολή των ρεπόρτερ που κάλυπταν το μέτωπο, αλλά δεν την άφησαν γιατί στην πρώτη γραμ­μή δεν επιτρέπονταν γυναίκες φωτορεπόρτερ. Η Βούλα Παπαϊωάννου όμως δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα. Ακόμα και πριν ξυπνήσει το αντιστασιακό ένστικτο της, δενζούσεμετον τρόπο που συνήθιζαν να ζουν οι γυναίκες της εποχής της. Το 1917το έντονο ενδιαφέρον της για τη ζωγραφική την οδηγεί στην Καλών Τε­χνών, όμως η τραγική απώλεια της αδελφής της την αναγκάζει να δια­κόψει τις σπουδές της. Το '26 παντρεύεται ένανάντρα είκοσι πέντε χρό­νια μεγαλύτερο της, ο οποίος είχε κάνει ήδη δύο γάμους. Ο Ιωάννης Ζερβός είναι μια σημαντική προσωπικότητα της εποχής του, στοχαστής, τεχνοκριτικός, κάτοχος σημαντικής συλλογής έργων τέχνης, φανατι-κόςτου Νίτσε, συγγραφέας φιλοσοφικών έργων και ποιητής. Είχεεπα-φές με τον Παλαμά, τον Ξενόπουλο και τον Παπαντωνίου, ενώ ο Κα­ζαντζάκης τον αποκαλούσε "δάσκαλο". Μαζί του κάνει ταξίδια στην Ευρώπη κι εκεί έχει την ευκαιρία να δει ό,τι πιο πρωτοποριακό στα καλ­λιτεχνικά ρεύματα. Πηγαίνει σε εκθέσεις, κονσέρτα, διαλέξεις και κα­ταφέρνει να ικανοποιήσει τη δίψα της για τέχνη. Ήταν άλλωστε μια γυ­ναίκα που από πολύ νεαρή ηλικία ενδιαφερόταν για τα εικαστικά και την αρχαιολογία, διάβαζε λογοτεχνία και ποίηση και είχε απίστευτες γνώ­σεις για τη μουσική. Τονάντρατηςτονθαύμαζε υπερβολικά. Ο Ζερβός ήταν ο Πυγμαλίωνάς της και συνέχισε να τον συμβουλεύεται και μετά τη διάλυση του γάμου τους, που κράτησε δέκα χρόνια. Με τη φωτογραφία η Παπαϊωάννου αρχίζει να ασχολείται μετά το δια­ζύγιο της, από σύμπτωση. Είναι 40 χρόνων και το πάθος της για την αρ­χαιολογία την οδηγεί στο γραφείο του διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου, του Αλέξανδρου Φιλαδελφέα. Εκείνος της προτείνει να φω­τογραφίσει τα εκθέματα του Μουσείου για να δημιουργήσουν μια σει­ρά καρτ-ποστάλ για τους επισκέπτες. Ήταν 1939 και η δικτατορία του Μεταξά οργάνωνε μια συστηματική προβολή της Ελλάδας στο εξωτε­ρικό. Οι κάρτες αυτές τυπώθηκαν στην Ιταλία, με εκπληκτικό αποτέλεσμα. Βλέποντας την εμπορική επιτυχία τους, πολλοίφωτογράφοιάρχι-σαννα κάνουντο ίδιο πλαστογραφώντας τα αρχικά της. «Μια μέρα έρ­χεται μια φίλη μου στο σπίτι και μου λέει: "Πώς κατάντησες έτσι τις κάρ­τες σου;" Οι φωτογραφίες είχαντην υπογραφή μου, αλλά δεν ήταν δικές μου. Από τότε έπαψα να δίνω καρτ-ποοτάλ και μάλιστα κατέστρεψα ένα ολόκληρο κασόνι», θυμάται σε μια συνέντευξη της. Είναι η περίοδος που φωτογραφίζει τοπία και αρχαιότητες. Μερικά χρόνια αργότερα οι δου­λειές αυτές θα κυκλοφορήσουν από ελβετικό οίκο . Ο Δροσίνης περιγράφει στο ημερολόγιο του γλαφυρά την ημέρα που η Παπάίωάννου τον επισκέφθηκε στο σπίτι του για να τον φωτογραφίσει. Έστησε τη μηχανή της, του έδωσε να κρατά ένα βιβλίο και ύστερα από μερικά κλικ ο Δροσίνης είχε περάσει στην αιωνιότητα με το πιο γνωστό πορτρέτο του. Η Παπάίωάννου ήταν και η μόνη που φωτογράφισε τον Παλαμά νεκρό. Τη νύχτα που πέθανε ο ποιητής ήταν άρρωστη με πολύ υψηλό πυρετό. Την ειδοποίησαν πως πρέπει να πάει να τον φωτογρα­φίσει πριν η είδηση του θανάτου του γίνει γνωστή. «Πράγματι σηκώθη­κα ξημέρωμα και πήγα. Τον είχαν σαν παιδάκι σε ένα κρεβάτι, αλλά δεν υπήρχε αρκετό φως και δεν είχα φλας. Ζήτησα να τον μεταφέρουμε στο παράθυρο. Ήταν ελαφρύς σαν πούπουλο», διηγείται χρόνια μετά. Η φωτογραφία δημοσιεύεται πρωτοσέλιδη στην Εστία. Η Παπάίωάννου μπορεί να ήταν η μόνη που φωτογράφισε νεκρό τον Παλαμά, δεν ενδιαφέρθηκε όμως να φωτογραφίσει την κηδεία του, η οποία υπήρξε η πιο αυθόρμητη λαϊκή εκδήλωση κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Και αυτό γιατίο κόσμος της Βούλας Παπάίωάννου δεν έπα­ψε ποτέ να είνα ι αυτός της άρχουσας τάξης. Αυτό ωστόσο δεν την εμ πό­δισε να εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της αν­θρωπιστικής φωτογραφίας στην Ελλάδα, μιας φωτογραφίας που αγαπάει τον απλό άνθρωπο και τον απαθανατίζει στην καθημερινή μά­χη του με τις δυσκολίες της ζωής. Ο τρόπος της να πλησιάζει τους ανθρώπους ήταν μοναδικός. Ερχό­ταν πολύ κοντά τους και αιχμαλώτιζε τις φυσιογνωμίες τους δημιουρ­γώντας φωτογραφίες ισάξιες αυτών του Ρόμπερτ Κάπα και του Ντέι-βιντΣέιμουρ που κάνουντα περισσότερα εξώφυλλα . Η δουλειά της Παπάίωάννου -αν και θα μπορούσε- δεν κατάφερε να φτάσει μέ­χρι εκεί. Παρ' όλα αυτά ο φακός της έδωσε μερικά από τα καλύτερα ντοκουμέντα της ανασυγκρότησης της πρωτεύουσας αλλά και της ελ­ληνικής υπαίθρου. Από το πόστο της διεύθυνσης του Φωτογραφικού Τμήματος της ΙΙΝΠΒΑ. ταξί­δεψε σε ολόκληρη την Ελλάδα και απαθανάτισε τις αγέρωχες Ηπειρώ­τισσες, τις μαυροντυμένες μάνες και τα ορφανά. Το 1978 αποφασίζει να δωρίσει ολόκληρο το αρχείο της στο Μου­σείο Μπενάκη. Ο καταρράκτης που την ταλαιπωρούσε χρόνια έχει επι­δεινωθεί δραματικά και είναι πια σχεδόν τυφλή. Οι άνθρωποι του Μου­σείου Μπενάκη που πηγαίνουν στο σπίτι της για να πάρουν το υλικό τη βρίσκουν να καταστρέφει αρνητικά. Είναι φωτογραφίες από τα Δεκεμ­βριανά και την περίοδο του Εμφυλίου. «Δεν θέλω να τις βλέπω. Δεν θέ­λω να τα θυμάμαι», τους λέει.Το Φεβρουάριο του 1990 πεθαίνει σε ηλικία 92 χρόνων, Στηντελευ-ταία της συνέντευξη λέει: «Με τραβούσε η γλύκα, η τραγικότητα, οι εκ­δηλώσεις της ζωής γενικά. Προσπαθούσα να αρπάξω ό,τι μπορούσα. Σκεφτόμουν ότι είναι φευγαλέα η στιγμή της ζωής. Εκείνη που δείχνει όλη την ένταση και τη συγκίνηση που αισθάνεται ο καθένας».