Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2008

H ΕΦΕΥΡΕΣΗ ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΑΣ


Η Αφροδίτη του Willendorf (Μουσείο Φυσικής Ιστορίας , Βιέννη).

Η θεωρία περί μητριαρχίας διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Ελβετό Ιωάννη Ιάκωβο Bachofen με το σχετικό έργο του που εκδόθηκε στην Βασιλεία στα 1861 και έφερε τον τίτλο Das Mutterrecht ήτοι Το Μητρικό Δίκαιο.
Ο Παναγής Λεκατσάς, στο βιβλίο του «Η Μητριαρχία», αναφέρεται εκστασιασμένος στο παραπάνω έργο, για να το χαρακτηρίσει, εκτός των άλλων, «αποκαλυπτική αστραπή της μεγαλοφυΐας».
Ωστόσο στην ουσία ο Bachofen έκανε μια κατάδυση στην Προϊστορία , την Εθνολογία και την Μυθολογία, «με καταπληκτική αρχαιομάθεια», γεγονός για το οποίο δεν αμφιβάλλει κανείς. Το ζήτημα όμως έχει δύο πολύ σοβαρές παραμέτρους. Η πρώτη είναι πως για να παρακολουθήσει ο αναγνώστης έναν ερευνητή στην διατύπωση της θεωρίας του, πρέπει να γίνει και ο ίδιος ερευνητής, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο.
Μόνον ένας αρχαιομαθής μπορεί να παρακολουθήσει τον συλλογισμό του και να εντοπίσει τα κενά και τα ψεύδη, τα οποία οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν λέγονται μόνον ευθέως. Ψέματα λέγονται τόσο δια της παραλήψεως όσο και δια της αποσιωπήσεως. Οι υπόλοιποι θα πεισθούν από το κύρος που προσδίδουν στην θεωρία άλλοι παράγοντες, όπως η φήμη που περιβάλλει τον ερευνητή, η πανεπιστημιακή του θέση, τα βραβεία που η φατρία του έχει φροντίσει να του απονείμει.
Η δεύτερη παράμετρος είναι η ερμηνεία των αρχαίων πηγών και των αρχαιολογικών ευρημάτων. Με άλλα λόγια, αυτός είναι ο ένδοξος χώρος της προπαγάνδας. Κάθε φατρία εισβάλλει στον χώρο αυτόν για να ερμηνεύσει τα γεγονότα ανάλογα με τα συμφέροντά της.
Για να γίνω πιο σαφής, θα δώσω ένα παράδειγμα. Θα αναφερθώ στην φερόμενη ως Αφροδίτη του Willendorf, ένα μικρό αγαλματάκι 30.000 ετών , που βρέθηκε στην Αυστρία.
Πρωτίστως θα έχετε προσέξει πως κάθε αγαλματίδιο, αρκούντως αρχαίο, που παριστάνει μια γυναικεία παχύσαρκη μορφή αποκαλείται αυτομάτως «Αφροδίτη» και αυτό έχει εδραιωθεί στην κοινή γνώμη, παρ’ όλο που είναι αυθαίρετο.
Για το αγαλματίδιο αυτό κάνει λόγο στο βιβλίο της Sexual Personae η, κατά τα άλλα συμπαθής Camille Paglia , και γράφει γι’ αυτό: «Το πάχος της είναι σύμβολο αφθονίας σε μια εποχή πείνας».
Δεν γνωρίζουμε τίποτε για το αγαλματάκι αυτό. Ούτε ποιος το έφτιαξε, ούτε πότε το έφτιαξε, ούτε αν ήλθε από αλλού, ούτε τι παριστάνει, πόσο μάλλον τι συμβολίζει.
Και συνεχίζει «Δεν έχει πρόσωπο κι αυτό συμβολίζει την έλλειψη προσωπικότητας στο πρωτόγονο σεξ και τη θρησκεία».
Το γεγονός πως δεν είχε πρόσωπο όταν βρέθηκε δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι δεν είχε πρόσωπο στην αρχική του μορφή. Μπορεί να συνέβησαν χίλια δύο . Από το να μην είχε ο καλλιτέχνης του την ικανότητα να σμιλέψει το πρόσωπό του, ή η πέτρα που διάλεξε να μην ήταν αρκετά μεγάλη. Μπορεί κάποιος άλλος να απάλειψε το πρόσωπο του αγαλματιδίου, όπως ένα παιδί μασά τα στρατιωτάκια του.
Και ποιος μας διαβεβαιώνει ότι το αγαλματίδιο αυτό δεν ήταν μια αποτυχημένη προσπάθεια του επίδοξου καλλιτέχνη.
Στην συνέχεια του κειμένου της, και ακολουθώντας την ίδια μέθοδο συλλογισμού, πέφτει σε μια παγίδα «Σαν την Αφροδίτη της Μήλου, η Αφροδίτη του Willendorf δεν έχει χέρια. Είναι επίπεδα πτερύγια , χαραγμένα στην πέτρα ατροφικά, άχρηστα».
Αυτή είναι η απόλυτη απόδειξη στο πανηγύρι αυτό της αυθαιρεσίας. Οι Έλληνες γλύπτες δεν συνήθιζαν να φτιάχνουν ακρωτηριασμένα αγάλματα. Εκείνοι που επιβουλεύτηκαν την ακεραιότητά τους ανά τους αιώνες υπήρξαν οι Χριστιανοί, που μίσησαν το αρχαίο κάλλος, οι χριστιανοθρεμένοι βάνδαλοι , τύπου Αλάριχου, όλων των εποχών. Οι άρπαγες αρχαιοκάπηλοι με την συμπεριφορά τους έφθειραν τα μνημεία μας.
Η Αφροδίτη της Μήλου είχε χέρια. Δύο υπέροχα χέρια, όπως υπέροχο είναι και το υπόλοιπο άγαλμα, που έσπασαν όμως κατά την συμπλοκή που έγινε, όταν οι αρχαιοκάπηλοι θέλησαν να στερήσουν τους νησιώτες από την «κυρά τους».
Η ίδια αυθαιρεσία χαρακτηρίζει άπαντα τα λοιπά «επιχειρήματα» για την ύπαρξη της Μητριαρχίας, όπως οι Αμαζόνες, η γυναικοκρατία, η μητρονυμία, η καταπίεση των γυναικών από τους άνδρες, ο γυναικωνίτης, η θεωρία των Ινδοευρωπαίων, οι ανθρωποθυσίες, κ.λ.π.
Κανένα αρχαίο κείμενο δεν κάνει λόγο για κάποια επανάσταση των ανδρών με συνέπεια την ανάληψη από αυτούς των ηνίων της εξουσίας. Κανένα αρχαίο κείμενο δεν αναφέρει αυτούς τους όρους ή άλλους παρόμοιους.
Όσο απομακρυνόμαστε προς το παρελθόν και όσο τα στοιχεία είναι πιο περιορισμένα, τόσο χειρότερη γίνεται η κατάσταση. Οι «επιστήμονες» - δικτάτορες βρίσκουν κάτι μηδαμινό (και τις περισσότερες φορές εντελώς άσχετο) στο οποίο προσδίδουν τις διαστάσεις ενός γίγαντα και μιλούν γι’ αυτό σαν να είναι γεγονός.
Σε μια θετική επιστήμη, όπως τα μαθηματικά, η φυσική, η χημεία, απαιτείται η απόδειξη, που είναι η επιβεβαίωση του νόμου ΚΑΘΕ φορά.


Αν έστω και μια φορά δεν επιβεβαιωθεί ο νόμος, η αντίστοιχη επιστημονική θεωρία επανεξετάζεται.Στις θεωρητικές επιστήμες όμως, όπως η κοινωνιολογία, ή η αρχαιολογία, αυτά που ονομάζονται αποδείξεις, δεν είναι τίποτε άλλο από προσπάθειες επικύρωσης της επίσημης προπαγάνδας.
Οι θεωρίες τους δεν είναι δόγματα. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να διαψευστούν ή να υποστούν αλλαγές. Εκτός κι αν ΕΙΝΑΙ δόγματα, οπότε έχουμε να κάνουμε με μια νέα θεοκρατία, την θρησκεία της επιστήμης, και με την δικτατορία του πολιτικώς ορθού.
Η θεωρία της Μητριαρχίας εφευρέθηκε για να προσδώσει ιστορικότητα στην ανύπαρκτη και ανιστόρητη σύγκρουση των δύο φύλων και να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα του φεμινισμού. Καθοδηγείται δε από τον λεγόμενο "προδευτικό" πολιτικό χώρο. Ωστόσο, δεν πρόκειται για τίποτε καινούργιο. Απλώς μεταφέρει την λεγόμενη πάλη των τάξεων μέσα στην οικογένεια, και την κάνει πάλη των φύλων. Ο άνδρας καταδυναστεύει και εκμεταλλεύεται τη γυναίκα, όπως ο εργοδότης τον εργαζόμενο.
Η ιστορικότητα της πάλης των φύλων άλλο δεν κάνει από το να εγείρει την δυσαρέσκεια και να επιτείνει τα προβλήματα στις σχέσεις ανδρών και γυναικών – σαν να μην υπήρχαν ήδη αρκετά. Αποπροσανατολίζει τα δύο φύλα, τα απομονώνει και τελικά τα κάνει δυστυχισμένα.

ΥΨΙΠΥΛΗ